facebook facebook facebook
Σύνδεση (μόνο για Κτηνιάτρους)
Σύνδεση (μόνο για Κτηνιάτρους)

Ορισμένα θέματα του diagnovet.gr απευθύνονται μόνο σε Κτηνίατρους.

Εάν επιθυμείτε να συνδεθείτε παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας στο register@diagnovet.gr αναφέροντας:

• Όνομα & Επώνυμο
• Αριθμό Μητρώου του Πανελλήνιου Κτηνιατρικού Συλλόγου.

(* Τα στοιχεία σας δεν χρησμοποιούνται για κανένα λόγο και το μήνυμα σας θα διαγράφεται με την επιβεβαίωση των στοιχείων)

Username:
Password:
Remember me
Menu

728x90 royal 02

Κτηνιατρικές Ιστορίες

 

Kαναπέδες (κτηνιατρική ιστορία)

  • Επιμέλεια:  

Η Αττική έχει το καλύτερο κλίμα της Ευρώπης και ένα μοναδικό φώς. Θα ήταν και η  Αθήνα η ομορφότερη πόλη του κόσμου εάν οι ‘εθνάρχες’ και οι συντεχνίες κυρίως του καθηγητικού κατεστημένου της εποχής, δεν ανακάλυπταν το σύστημα της ‘αντιπαροχής΄ και δεν γέμιζε η πόλη με άθλια πυκνοδομημένα τσιμεντένια κουτιά, χωρίς κανενός είδους σχεδιασμό (*μια φωτεινή εξαίρεση ήταν ο πολυβραβευμένος αρχιτέκτων Κ.Δοξιάδης -1913-1975-, που πρότεινε από το 1945 ακόμη την θεωρία της Οικουμενόπολης σύμφωνα με την οποία λόγω αναπόφευκτης εξάπλωσης της Αθήνας,το κέντρο της πόλης έπρεπε να μεταφερθεί στο Τατόι κοντά στους πρόποδες της Πάρνηθας).  Ακόμα και οι πλούσιες συνοικίες της δεν ξεφεύγουν πολύ από αυτόν το κανόνα. Μόνο που τα κτίρια εκεί είναι πιο σύγχρονα, πιο μεγάλα και δεν υπάρχουν ‘ακάλυπτοι΄χώροι στους οποίους  τα καλοκαιρινά βράδια(κυρίως στη προ κλιματιστικών εποχή) όλοι οι γείτονες σχηματίζουν ακούσια και νοερά, μια μεγάλη ορχήστρα  που εξουδετερώνει κάθε είδους διακριτικότητα. Ο διαστροφικός μαέστρος δίνει διαδοχικά σε έναν ή μερικές φορές σε πολλούς την εντολή για δημιουργία πάσης φύσεως σωματικών ήχων -από αυτούς της κουζίνας,σε αυτούς του σαλονιού και από αυτούς του μπάνιου σε αυτούς της κρεβατοκάμαρας. Ηχητικό πρελούδιο! Ο σουρεαλισμός του ‘ακάλυπτου’.

Μοναδική εξαίρεση ομορφιάς αποτελεί η περιοχή πέριξ της Ακροπόλεως. Στα σημεία δε που η θέα είναι ανεμπόδιστη στον Παρθενώνα, νομίζεις ότι οι γείτονες σου είναι όλοι μουσάτοι  και κυκλοφορούν  με χλαμύδες, χιτώνες, πέπλα και φορούν πέδιλα και σανδάλια στα τριχωτά τους  πόδια. Κάποια φορά ίσως δεις ανάμεσα στους κίονες και μια εταίρα του ναού να απλώνει την μπουγάδα. Αυτό το μοναδικό  μνημείο  έμελλε να πέσει  διαδοχικά στα χέρια πολλών κατακτητών ,βαρβάρων και μη, και είναι θαύμα το ότι έχει επιβιώσει έστω και λειψό, να τονίζει το απόλυτο μεγαλείο του ανθρώπινου νου. Παραδόξως τη μεγαλύτερη βεβήλωση στο μνημείο την έκαναν οι ‘πολιτισμένοι΄κατακτητές.  Περίεργο πράγμα η ιστορία..

Δεν είχα επισκεφτεί άλλη φορά πιο ακριβό σπίτι. Βρισκόταν στον πεζόδρομο που οδηγούσε στο Μνημείο. Μια αναπαλαιωμένη διώροφη μονοκατοικία, βουτηγμένη στο λευκό του πάγου με λίγες πινελιές κεραμιδί, λουσμένη στο Απολλώνιο φως με μικρά καγκελωτά μπαλκόνια και μεγάλα παράθυρα με ξύλινα γκρι παντζούρια, περίτεχνα ακροκέραμα και καταπληκτικά αετώματα περιμετρικά της στέγης. Φυσικά είχε και δικό της κήπο. Κυπαρισσάκια, τριανταφυλλιές ,γεράνια και λεμονιές ήταν λίγα από τα φυτά που αναγνώρισα. Η κύρια είσοδος ήταν πάνω σε ένα καλαίσθητο και γραφικό πεζόδρομο που τα βράδια  φωτίζονταν από φανάρια με λάμπες τύπου ‘ασετυλίνης’. Μπορεί να έχουν και αμαξά σκέφτηκα  και χαμογέλασα την ώρα που στάθηκα στην βαριά ξύλινη πόρτα.  Πάνω της υπήρχε μια χάλκινη λαβή-χεράκι από αυτά που κάποτε ήταν πραγματικά κουδούνια. Το χτύπησα και περίμενα.

Μόλις είχαμε μετακομίσει  εκείνη την εποχή με την Ελενίτσα σε ένα λιτό δυαράκι του τετάρτου στην Πλατεία Κολιάτσου. Για κρεβάτι είχαμε πετάξει ένα διπλό στρώμα στο πάτωμα.  Χωρίς κομοδίνα.  Ήταν τότε που δεν υπήρχε ακόμη το ΙΚΕΑ με τα φθηνά του έπιπλα, που σήμερα έχουν γεμίσει όλα σχεδόν τα σπίτια. Την τηλεόραση την είχαμε τοποθετήσει προσωρινά πάνω σε ένα χαρτόκουτο  και για καναπέ είχα καβαντζάρει από το πατρικό έναν παμπάλαιο, προίκα της μάνας μου. Το αγαπούσα όμως τούτο το έπιπλο.

Καθώς το σπίτι μας δεν είχε και πολλά έπιπλα, πάνω στον παλιό αυτό καναπέ, είχαν τραβηχτεί πολλές φωτογραφίες(κυρίως ασπρόμαυρες)-ο πατέρας νιόπαντρος πάντα σοβαρός,η μάνα μου θεά με μαλλί σε στυλ ‘λάχανο’, ένα γελαστό μωρό, δύο γελαστά μωρά δίπλα δίπλα, ξανά με τον αδερφό μου φορώντας τις σχολικές ποδιές με τους λευκούς γιακάδες, εγώ με το μουστακάκι της εφηβείας πριν το πρώτο ιστορικό ξύρισμα, ο αδερφός μου φαντάρος και  πολλές άλλες συνηθισμένες, απλές και όμορφες οικογενειακές στιγμές. Στα μαξιλάρια του είχαν  κοιμηθεί πολλοί  συγγενείς και φίλοι που φιλοξενούσαμε κατά καιρούς-τα ξενοδοχεία τότε ήταν κυρίως για τους τουρίστες. Τα βράδια στριμωχνόμασταν πάνω του όλη η οικογένεια, στηνόμασταν μπροστά σε μια ασπρόμαυρη τεράστια τηλεόραση με κουμπιά ,έβλεπαν οι μεγάλοι τις ειδήσεις ,ενώ εμείς τα μικρά βαριόμασταν περιμένοντας να αρχίσει η ελληνική ταινία της βραδιάς. Τις περισσότερες φορές κοιμόμασταν στα μισά του έργου και ξυπνούσαμε την επόμενη μέρα στα κρεβατάκια μας σαν κάποιο μαγικό χέρι να μας είχε ταξιδέψει μέχρι εκεί. Μέχρι και οι γάτες μας τον προτιμούσαν για τον υπνάκο τους. Σε στιγμές χαράς και λύπης μας αγκάλιαζε με τα ταλαιπωρημένα  του ελατήρια ενώ όταν τον οικειοποιήθηκα, ένα ινδικό κάλυμμα, δώρο ενός καλού φίλου από το Μοναστηράκι, αντικατέστησε τα εμπριμέ καλύμματα της μάνας μου που  έκρυβαν τα ξεφτισμένα μπράτσα του. Ένιωθα ευτυχής που δεν πετάχτηκε ποτέ στα σκουπίδια και συνέχιζε να με συντροφεύει ακόμη σαν να είναι το μεταβατικό αντικείμενο από την πατρική μου οικογένεια στη πρώτη μου μεταφοιτητική συμβίωση . Οι σπουδές, ο στρατός, λίγη πρακτική άσκηση , επιτέλους η έναρξη στην εφορία, ο διαχρονικός  έρωτας με την Ελένη και έτοιμοι για το άλμα στο μέλλον..Έτσι τουλάχιστον νόμιζα τότε.

-Τι ‘τέλετε’ κύριε; με ρώτησε ευγενικά με χαμηλό βλέμμα και σχεδόν με κάποια δουλοπρέπεια κάποιο κεφαλάκι που ξεπρόβαλε και ανήκε σε κάποια φυλή του Ινδικού ή του Ειρηνικού Ωκεανού. Μάλλον Φιλιππίνες, σκέφτηκα. Υπάρχει τόσο μεγάλη παράδοση δουλικότητας στις Φιλιππίνες, που πολλοί επιδιώκουν  τα παιδιά τους να σπουδάσουν σε ειδικές κρατικές σχολές επαγγέλματα που θεωρούνται παρακατιανά σε πολλές ηπείρους. Υπηρέτριες, νταντάδες, σωφέρ, κηπουροί, μοδίστρες, γηροκόμοι. Η δουλικότητα είναι στην κουλτούρα τους μάλλον. Συγκλονιστικό! Η  κοπέλα αυτή αντικρίζει κάθε μέρα το απόλυτο μνημείο της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής  που το έχτισαν πριν 2.500 χρόνια κάποιοι άλλοι δούλοι και νιώθει  ευτυχισμένη από την ζωή της. Περίεργο πράγμα η Ιστορία..

Περπατώντας στον διάδρομο ,με μια γρήγορη ματιά στους τοίχους διέκρινα  λίγες σειρές από καλαίσθητες γκραβούρες εποχής. Νόμιζα ότι έμπαινα σε κάποιο μουσείο. Στα πατώματα τα μάρμαρα Διονύσου  και στα ταβάνια τα χρωματιστά σχέδια με κάποιες γύψινες διακοσμητικές λεπτομέρειες σε προετοίμαζαν για ένα περιβάλλον λιτής πολυτελείας. Σε κάποιους η ζωή στάθηκε πολύ γενναιόδωρη, σκέφτηκα και μου ήρθε στο μυαλό το δυαράκι της Κολιάτσου.

-Καλημέρα. Ήρθατε για το  κουτάβι; Ήταν η  Δελαπόρτα. Η κυρία του σπιτιού στεκόταν τώρα μπροστά μου.                                                                                                                                                                       Υπάρχουν αρκετά είδη χειραψίας -τυπική,αδιάφορη,άψυχη,προσποιητή,άχαρη,κοφτή,αδύναμη,δουλοπρεπής,άγαρμπη,κα-θαρή,δυνατη,ζεστή,ουσιαστική,αληθινή,γυναικεία,αντρική.Υπάρχει και η μη χειραψία για  κάποιους που τους τοποθετείς  στο όριο μεταξύ συμπάθειας και αντιπάθειας και δεν θέλεις βιαστικά να το ρισκάρεις -αφήνεις τις επόμενες στιγμές να κρίνουν. Συνηθίζω εδώ και καιρό να μην αφήνω αβαθμολόγητη καμία χειραψία. Στη δοκιμασία αυτή έχω προσθέσει με μεγάλη επιτυχία μπορώ να υπερηφανευτώ και το βλέμμα (την βλεμματική επαφή που λένε οι ψυχολόγοι). Σχεδόν πάντα υποσυνείδητα, συνδυαστικά και σε μικροδευτερόλεπτα νιώθω το αποτέλεσμα, βγάζω την κρίση ,συμπάθεια ή αντιπάθεια. Σπάνια υπάρχει η μη κρίση που την αφήνω για τις επόμενες δοκιμές.

Η κυρία Δελαπόρτα ανήκε στην κατηγορία που δύσκολα την έκρινες από την αρχή. Ουδέτερη. Καμιά χειραψία και το βλέμμα αδιάφορο. Τουλάχιστον σε εκείνη την πρώτη μου επίσκεψη στο σπίτι της Ακρόπολης. Με είχε σύστησε  μια κοπέλα από την Αλβανία που δούλευε και αυτή στο σπίτι τους. Ήταν καλή πελάτισσά μου αν και με περιορισμένα οικονομικά. Το γεγονός αυτό σήμαινε ότι η αφεντικίνα λάμβανε υπ΄όψη την γνώμη της υπηρέτριας. Περίεργη σχέση.

Πέρασα σε κάποιο σαλόνι  υποδοχής, μάλλον το καθημερινό τους. Βαριά έπιπλα, χειροποίητα, υπέροχα ριχτάρια, πίνακες ζωγραφικής απίστευτης ομορφιάς, ένα πιάνο με ουρά, ένα ανάκλιντρο δίπλα στο παράθυρο με μαγική θέα στο Μνημείο  και λίγα μικροέπιπλα υψηλού γούστου συμπλήρωναν τη μάλλον επαγγελματική διακόσμηση. Σε ένα τραπεζάκι υπήρχαν πολλές ασημένιες κορνίζες- το ζευγάρι πολύ νεότερο αγκαλιασμένο σε διάφορες πόλεις του κόσμου, ένας γοητευτικός άντρας με αστραφτερό χαμόγελο και ναυτικό καπέλο πάνω σε ιστιοπλοϊκό σκάφος ,ο ίδιος να πιλοτάρει ένα μικρό αεροπλάνο,η γυναίκα να ιππεύει ένα ξανθό γυαλιστερό άλογο, οι δυό τους πάλι αγκαλιασμένοι να κάνουν σκί μάλλον στις Άλπεις και δίπλα οι φωτογραφίες του γιου τους-μωρό,νήπιο,παιδί .Σε όλες το παιδί ήταν καθισμένο δίπλα σε κάποια φιλλιπινέζα. Σε όλες ήταν αγέλαστο.

Κάθισα στον πιο άνετο καναπέ του κόσμου. Μεγάλος, τετραθέσιος, νόμιζες ότι είχε γυναικείο δέρμα αντί για ύφασμα, απαλό και σφιχτό μαζί, να σε χαιδεύει και να σε ρουφάει γλυκά καλώντας το κορμί σου να γίνει ένα μαζί του. Ο σύζυγος είπε, ήταν απασχολημένος σε άλλο δωμάτιο. Μέχρι να τελειώσω την εξέταση του κουταβιού μου είχε επί αρκετά. Αυθόρμητα. Αφού τόσο εύκολα ανοίχτηκε στον γιατρό του σκύλου, θα έχουν μάθει την ιστορία τους και όλοι οι επαγγελματίες που επισκέπτονται το  σπίτι τους, σκέφτηκα. Δεν ήμουν όμως και σίγουρος. Άρχισε να μιλάει για όλα πλην του κουταβιού και του γιού της. Κόρη βιομηχάνου, ψηλή, αδύνατη, μανιακή με την υγιεινή διατροφή και την γυμναστική, αντικαπνίστρια. Στο σώμα της, πενηντάπεντάρα θα ήταν τότε, οι παρεμβάσεις ήταν διακριτικές αλλά πετυχημένες. Το βλέμμα της ωστόσο είχε κάτι το μελαγχολικό. Για τον σύζυγο, φημισμένος πανεπιστημιακός ήταν, μου ανέφερε ότι δίδασκε για χρόνια στην Ευρώπη και ότι ξυπνάει αργά και αρχίζει νωρίς ή κάτι παρόμοιο και μπερδεμένο που δεν το κατάλαβα  τότε. Το κατάλαβα όμως καλά στις επόμενες επισκέψεις μου στο αρχοντικό τους.

Ο γιός έλειπε στην Ελβετία. Η Αλβανή υπηρέτρια μου το είπε. Δεν τον είχε δει ποτέ της στον ένα χρόνο που είναι στο σπίτι. Σκέφτηκα πόσο τυχερός  είναι  αφού ζει στην πραγματική Ευρώπη, θα σπουδάζει στα καλύτερα πανεπιστήμιά της και το μέλλον του είναι εύκολο και σίγουρο. Τον φαντάστηκα αργότερα πετυχημένο επιστήμονα με την παρέα του πάνω στο ιστιοπλοϊκό να αλωνίζουν το Αιγαίο, να ιππεύει περήφανα άλογα, να πιλοτάρει το αεροπλάνο τους, να πίνει χρωματιστά ποτά σε ακριβά μπαρ, να ταξιδεύει  με  σπορ  αμάξια σε μεγάλους δρόμους δίπλα σε μια ξανθιά με πιασμένα μαλλιά σε λευκή κορδέλα με κόκκινες βούλες και να τους φωτίζει μόνο το φεγγάρι. Αγαπούσα πολύ τα ταξίδια και θεωρούσα μεγάλη τύχη να έχει ταξιδέψει κάποιος σε άλλες χώρες. Μέχρι τότε το μοναδικό ταξίδι μου στο εξωτερικό ήταν με μια οργανωμένη εκδρομή της ενορίας του Αγίου Νικολάου στην Πόλη, για προσκύνημα στην Αγία Σοφία ,μαθητής ακόμη στις αρχές του ‘80. Ο αδερφός μου μελετούσε για τις πανελλήνιες και πήγα με την μάνα μας που πέτυχε και καλή τιμή επειδή ήταν στην χορωδία. Μεγάλες στιγμές! Το θυμάμαι σαν τώρα... πούλμαν, εθνική οδός, στάση στον Λεβέντη για σουβλάκι, μετά στα Τέμπη για προσκύνημα στην Αγία Παρασκευή, έπειτα Θεσσαλονίκη- κεράκι στον Αη Δημήτρη, ύστερα στάση στην Καβάλα για κεράκι στον Αγιο Σύλα, μετά Αλεξανδρούπολη  και τέλος η γέφυρα των  Κήπων του Έβρου. Το σύνορο Ευρώπης –Ασίας. Δυο διαφορετικοί κόσμοι Από την Τουρκία θυμάμαι μόνο την Πόλη. Στο μεγαλύτερο μέρος του  ταξιδιού οι ενορίτες έψαλαν απολυτίκια και ψαλμωδίες που με βοήθησαν να κοιμηθώ αρκετές ώρες και να μην μου φανεί μεγάλη η διαδρομή. Στο απέναντι κάθισμα είδα για πρώτη φορά την Ελενίτσα. Κόρη ‘αριστερού’ ψάλτη όπως της τόνιζα αργότερα χαμογελώντας. Τα πολιτικά δεν μας ενδιέφεραν καθόλου. ’Προσχηματικός’  ήταν ο έρωτάς μας και όχι ΄προσκυνηματικός΄της έλεγα περιπαικτικά αργότερα  όταν για κάποιο λόγο τσακωνόμασταν. Μετά έπεφτε και το πρώτο γελάκι της και τα βρίσκαμε. Όταν περιτριγυρίζαμε  την Πόλη και αργότερα είδαμε την Αγια Σοφιά και το Τοπ Καπί άρχιζα να νιώθω  ήδη κοσμοπολίτης. Στο σχολείο καμάρωνα για μέρες και στους συμμαθητές  διηγιόμουν τις εντυπώσεις μου για το ταξίδι εκείνο με αρκετές δόσεις υπερβολής. Αν συμπεριλάβεις και το ειδύλλιο με την Ελένη είχα ζήσει πραγματικά το απόλυτο ταξίδι  όλης της εφηβείας. Όταν κάποια στιγμή είδα σε β’ προβολή και «Το εξπρές του μεσονυκτίου» στο συνοικιακό  σινε ΄Οπτασία’(που τώρα είναι σούπερ μάρκετ),ψήλωσα σε μια μέρα δέκα πόντους. Να’ναι καλά ο Άγιος Νικόλαος(και ειδικότερα ο αριστερός ψάλτης)!

Λίγο πριν τελειώσω με το συμπαθέστατο κουτάβι χτύπησε το κουδούνι και η υπηρέτρια ανήγγειλε ότι ήρθε η  Βίκυ Γρηγορίου! Υπέθεσα ότι ήταν καλές φίλες. Θα πήγαιναν για ψώνια. Η  Γρηγορίου ήταν η εντυπωσιακή νεαρή σύζυγος ενός  μεγαλουπουργού που οι φήμες τον ήθελαν να έχει λαδωθεί χοντρά στα πόστα που έπιανε σε όλες τις ‘προοδευτικές’κυβερνήσεις που μετείχε. Η Γρηγορίου ήταν η δεύτερη σύζυγος του σιτεμένου γοητευτικού πολιτικού, η οποία αφού κατέβηκε από το ορεινό χωριουδάκι της και  διορίστηκε πρώτα στην ΕΥΔΑΠ με τον γνωστό τρόπο, κατόπιν ερωτεύτηκε την χλιδή και μαζί της τον κλασάτο υπουργό. Ήταν τότε η εποχή ενός πλασματικού ευδαιμονισμού για όλη την χώρα που ζούσε μια διαρκή κραιπάλη καταναλωτισμού και νεοπλουτισμού. Ίσως γι’αυτό οι περισσότεροι δεν έδειχναν ιδιαίτερα ενοχλημένοι με τα σημάδια της σήψης που διακρίνονταν μόνο προσεκτικά πάνω στο σώμα της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που αγαπούσε τους διασκεδαστές των χαζοχαρούμενων ελπίδων της και της αρκούσε να τρώει τα αποφάγια από τις μεγάλες γιορτές  των εκλεκτών της. Λίγα χρόνια αργότερα όλοι θα ξυπνούσαμε απότομα γιατί ούτε γιορτές, ούτε αποφάγια θα υπήρχαν πια. Το υπουργικό ζεύγος λοιπόν, είχε αγοράσει στην ίδια γειτονιά ένα πανέμορφο νεοκλασικό και ήθελε να το γεμίσει με πανάκριβα κομμάτια επίπλων. Την ημέρα εκείνη θα διάλεγαν καναπέδες και κουρτίνες.  Μου ήρθε στο νου το ταπεινό  σαλονάκι μου  με το μοναδικό έπιπλο. Ώρα να φεύγω σκέφτηκα και αφού τις χαιρέτησα και με δυσκολία  αποχωρίστηκα την θέση μου στον πολυτελή καναπέ, ανανέωσα το ραντεβού μας για την μεθεπόμενη εβδομάδα. Έφυγα από την οικία Δελαπόρτα εντυπωσιασμένος. Ωραίο πράγμα η άτιμη η χλιδή!

Το βράδυ δοκίμασα μια ακόμα μακαρονάδα με μια άσπρη σαλτσούλα αυτή τη φορά, δημιουργία της Ελενίτσας. Πετυχημένη! Ζούσαμε την περίοδο  που πάλευε να μάθει να μαγειρεύει. Όταν μετά το φαγητό πέσαμε αγκαλιά με τις μπυρίτσες μας πάνω στον καναπέ ακούγοντας  μουσική, της είπα την εμπειρία μου από την πρωινή επίσκεψη στο σπίτι της Ακρόπολης και εντυπωσιάστηκε. Της άρεσαν οι ιστορίες που είχαν κάτι να πούν πίσω από τις λέξεις. Τελειόφοιτος ψυχολογίας ήταν τότε και με ιντρίγκαρε να της περιγράφω ανθρώπινους χαρακτήρες και να ακούω την ανάλυσή της.

Στο επόμενο διάστημα επισκέφθηκα ξανά το αρχοντικό Δελαπόρτα. Γνώρισα μάλιστα και τον σύζυγο. Εξηντάρης, ψηλός, λίγο καμπούρης, με άσπρο μαλλί, ένα μόνιμο τσιγάρο στο στόμα και ένα ποτήρι στο χέρι, σε τίποτε δεν θύμιζε τον γεμάτο αυτοπεποίθηση καπετάνιο του ιστιοπλοϊκού  με το αστραφτερό χαμόγελο. Για την ακρίβεια μόνο το χρώμα των ματιών ήταν το ίδιο. Το βλέμμα του όμως ήταν άδειο. Ήταν αλκοολικός. Σε αυτή τη επίσκεψη όσο παρέμεινα στο σπίτι τους, ο καθηγητής μάλωνε συνεχώς με την σύζυγό του. Ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για τα πάντα στους πάντες. Απροκάλυπτα. Οι υπηρέτριες με κοίταξαν συγκαταβατικά όταν έκπληκτος αναζήτησα ένα σωτήριο βλέμμα  λογικής. Ο ορισμός της παράνοιας. Δεν άντεξα για πολύ. Τελείωσα βιαστικά την δουλειά μου, χάιδεψα συμπονετικά το κουτάβι και έφυγα βιαστικά.

Παρόλο που η  ιστορία της οικογένειας Δελαπόρτα είχε σχεδόν ολοκληρωθεί στο μυαλό μου κάτι ακόμα  έλειπε. Γιατί τέτοιοι άνθρωποι να αποκτούν κατοικίδιο; Ποιό κενό καλύπτει ένα κουτάβι σε τέτοιους ανθρώπους; Τι προσφέρω εγώ άραγε και σε ποιόν; Γιατί  υπάρχει τόση δυστυχία μέσα σε ακριβό περιτύλιγμα; Τι κάνει άραγε τον άνθρωπο να έχει φαινομενικά τα πάντα και να είναι δυστυχισμένος; Το  τελευταίο το ανακάλυψα σε μια από τις επόμενες επισκέψεις μου μάλλον τυχαία. Εκείνη την φορά όταν άνοιξε η πόρτα η υπηρέτρια μου ανακοίνωσε ότι η Δελαπόρτα απουσίαζε για ψώνια αλλά στο σπίτι ήταν ο σύζυγος με το γιό τους που επέστρεψε επιτέλους από την Ελβετία. Είχα μεγάλη περιέργεια να γνωρίσω επιτέλους τον κανακάρη τους που έλειπε καιρό. Οδηγούσα και τότε μοτοσυκλέτα και όπως συνηθίζω πλένω τα χέρια μου πριν από κάθε εξέταση ζώου. Μπήκα λοιπόν στο μπάνιο των ξένων και πριν κλείσω την πόρτα πίσω μού, έπεσε το μάτι κάτω από το νιπτήρα σε ένα πεταμένο κομμάτι αλουμινόχαρτο βιαστικά διπλωμένο. Αφού έκλεισα γρήγορα την πόρτα και το άνοιξα αδιάκριτα ομολογώ, τα είδα κυριολεκτικά όλα-βαμβάκι, αναπτήρας, κουταλάκι, σύριγγα. Μηχανικά μπήκα στο σαλόνι και αντίκρισα τον πατέρα Δελαπόρτα αμίλητο να καπνίζει και να πίνει κοιτάζοντας το κενό. Μου φάνηκε σαν να κυβερνάει το ιστιοπλοϊκό  στο μάτι του κυκλώνα χωρίς πανιά. Ο Δελαπόρτας ο νεότερος ήταν παραδομένος στα χάδια του καναπέ και στην δράση της ‘χιονάτης’ όπως λένε τα πρεζόνια στην γλώσσα τους. Ούτε που με κατάλαβε. Έμοιαζε να οδηγεί το σπορ αμάξι μόνος, χωρίς την όμορφη κοπέλα με την κορδέλα στα μαλλιά. Πήγαινε  κατευθείαν στο φεγγάρι… Εξαφανίστηκα σοκαρισμένος.

Πέρασε καιρός από τότε. Τους επισκεπτόμουν για τα επόμενα χρόνια, μέχρι που ο σκύλος τους έφυγε από τη ζωή πρόωρα. Ωστόσο τίποτε δεν άλλαζε στην δική τους ζωή. Κενό, ματαιοδοξία, μανία, αλκοόλ, ναρκωτικά, δυστυχία. Ο καθένας είχε την δική του εξάρτηση. Μαθαίνω  ότι ο γιος τους μπαινοβγαίνει ακόμα σε κλινικές στην Ελβετία. Ο Δελαπόρτας αρρώστησε κάποια στιγμή στο συκώτι άσχημα και  πριν λίγα χρόνια πέθανε. Η χήρα του εξακολούθησε να φροντίζει με μεγαλύτερη μανία το σώμα της το οποίο την εκδικήθηκε με μια πολύ αποτυχημένη πλαστική προσώπου-δείχνει μόνιμα χαρούμενη και λυπημένη μαζί-η χαρμολύπη ζωγραφιστή. Ο υπουργός και η κυρία του  φυλακίστηκαν  για  παράνομο πλουτισμό. Το δυάρι στην Κολιάτσου το ξενοικιάσαμε λίγα χρόνια μετά. Η Ελενίτσα έμαθε να μαγειρεύει καταπληκτικά. Δεν εφαρμόσαμε τον νόμο που ορίζει πως όποιος φοιτητής πάρει το πτυχίο του πρέπει και να χωρίζει και τιμωρηθήκαμε. Χωρίσαμε όχι πολύ πολιτισμένα. Παντρεύτηκε τελικά με τον φίλο μου, αυτόν που μας χάρισε το ινδικό ριχτάρι και έχουν και παιδί. Δεν τους ξαναμίλησα. Τελικά γύρισα στο άδειο πατρικό μου μαζί με τον αγαπημένο καναπέ, χωρίς το ριχτάρι φυσικά. Τον τοποθέτησα στο παλιό παιδικό δωμάτιο  που έγινε το λογοτεχνικό μου εργαστήριο. Τελικά αποφάσισα πως  δεν μου πάει ακόμη ο γάμος και η ρουτίνα του. Συνειδητοποίησα ότι το κυνήγι της ευτυχίας έτσι όπως το είχα στο μυαλό μου ήταν μάταιο. Ήμουν νέος και ήθελα να ταξιδέψω πολύ. Σε λίγα χρόνια έκανα διακοπή επαγγελματικής δραστηριότητας  και από τότε ζω απλά αλλά πιο ουσιαστικά. Κάνω ταξιδιωτικό ρεπορτάζ για  περιοδικά και μερικές φορές συμμετέχω εθελοντικά στις αποστολές μιας οργάνωσης που επισκέπτεται  τον τρίτο κόσμο και βοηθάει σε θέματα κτηνοτροφίας και τροφίμων. Εκεί γνώρισα τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους. Είναι λυτρωτικό να βλέπεις την ευτυχία σε σπίτια χωρίς πόρτες, νερό ,ηλεκτρισμό, χωρίς καναπέδες.

Η Αθήνα εξακολουθεί να συνδυάζει το απόλυτα όμορφο και άσχημο, τη κόλαση και τον παράδεισο. Όταν το γκρίζο της με σκεπάζει, αναζητώ τον καθαρό της ουρανό. Καμιά φορά ο δρόμος με βγάζει στην γειτονιά της  Ακρόπολης και όταν κοιτάζω το αρχοντικό Δελαπόρτα μοιάζει πάντα σαν να το λούζει ένα αρρωστιάρικο φώς.

*Γιώργος Κουπατσιάρης

*Ο Γιώργος Κουπατσιάρης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο κέντρο της Αθήνας το 1971. Μετά τις σπουδές του στην κτηνιατρική δραστηριοποιείται επαγγελματικά στις στις γειτονιές της Αθήνας παρατηρώντας τις αλλαγές στο σώμα της πόλης  και στους κατοίκους της.

back to top

jobs1    9160 Purina PPD Banner 300x90px-01    sales1

Χορηγός επικοινωνίας

eke  logo hcavs1      ivsa-sal2  ivsa-kar1

ΖΩΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑΣ
Άλογο
Γάτα
Σκύλος
Κουνέλι

Κατά την περιήγησή σας στο diagnovet.gr αποδέχεστε τη χρήση των cookies Περισσότερα.

EU Cookie Directive Module Information